Korinthos

 In Kurzgeschichten

Κόρινθος

Η φίλη μου και εγώ καθόμαστε στο τρένο προς το Νότο. Έχουμε πολλά να πούμε.  Αυτή είχε πάει για ιστιοπλοΐα και εγώ εν το μεταξύ δούλευα και τάιζα μερικούς άστεγους στο ζεστό κοινό μας διαμέρισμα. Μετά από τρεις εβδομάδες το διαμέρισμά μας έμοιαζε με χωματερή, τουλάχιστον σχεδόν, και τα χρήματά μου είχαν φαγωθεί.

Αυτά λέω στη φίλη μου εκείνη τη στιγμή.  Είναι αρκετά θυμωμένη.  Για πολλή ώρα είμαστε σιωπηλές, αλλά το τρένο συνεχίζει την πορεία του.  Η μεγάλη διαδρομή φέρνει δίψα και πείνα.  Ξεχνάμε γιατί θυμώσαμε και ένας επιβάτης ξεχνά το δροσερό μπουκάλι του στο τρένο. Ευγνώμονες το πίνουμε όλο.

Κουρασμένες και κολλώντας από τον ιδρώτα βρεθήκαμε στο λιμάνι του Μπρίντισι.  Κάνει πολύ ζέστη.  Χαιρόμαστε που θα μπούμε σε πλοίο.

Επιτέλους. Το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αργά.  Τρώμε κάτι και πιάνουμε φιλίες με Έλληνες φορτηγατζήδες.  Αυτοί ευχαριστιούνται την παρέα μας όλο και περισσότερα. Τελικά, ενώ είναι ήδη αργά, δεν θέλουν πια να μας αφήσουν να φύγουμε. Και το ελληνικό κρασί αρχίζει και επιδρά, δεν κουνιέται πλέον μόνο το πλοίο. Δεν θέλουν να μας αφήσουν να κοιμηθούμε στο κατάστρωμα. Είναι παρά πολύ επικίνδυνο, λένε.  Επιτέλους φτάνουμε στην Πάτρα. Για να μας φύγει η κακή διάθεση πίνουμε μπόλικο καφέ. Με το τρένο συνεχίζουμε μέχρι την Κόρινθο και αποφασίζουμε να μείνουμε για λίγο εκεί. Το κάμπινγκ δεν είναι ωραίο, μας προστατεύει όμως από τους ενοχλητικούς προστάτες. Και σκυλιά μένουν στο κάμπινγκ.  Ένα είναι ιδιαίτερα χαριτωμένο, το ερωτευόμαστε κεραυνοβόλα και το ταΐζουμε. Κάνουμε πολλές εκδρομές, αφού θέλουμε να δούμε ότι έχει να μας δείξει η Ελλάδα από πέτρες . Ευτυχώς βρίσκουμε και χρωματιστές σαυρίτσες

και δεν βαριόμαστε. Ναι, και φυσικά και τους προστάτες μας, που μας προσφέρουν δωρεάν εκτενέστατη αρχαιολογική συζήτηση σε συνδυασμό με ούζο. Πολύ ούζο.

Τα βράδια πάντα φέρνουμε ένα μεγάλο κόκκαλο στο σκυλί μας.

Ένα βράδυ γνωρίζουμε δύο προστάτες. Μας καλούν για φαγητό και περνάμε τον Ισθμό της Κορίνθου. Εκεί γίνεται πανηγύρι, έτσι χωρίς συγκεκριμένο λόγο, και όλα τα ποτήρια είναι πάντα ξέχειλα και αδειάζουν συνεχώς. Μετά από αυτό το μεγάλο φαγοπότι θέλουμε  να γυρίσουμε πίσω. Ο οδηγός δυσκολεύεται πολύ. Κάθε τόσο αναγκάζεται να

σταματήσει, είναι τόσο χάλια. Μια ώρα κάνουμε να περνάμε αυτή τη γέφυρα πάνω από τον Ισθμό της Κορίνθου.

Επιτέλους φτάνουμε στο κάμπινγκ. Το σκυλί μας περιμένει μάταια το κόκκαλό του. Κουρασμένες πέφτουμε στους υπνόσακούς μας. Τα αστέρια στον ουρανό γυρίζουν γύρο γύρο.

Θέλουμε να φύγουμε από την Κόρινθο και παίρνουμε μαζί μας τον Κόρινθο. Έτσι ονομάσαμε το σκυλί μας. Ο ιδιοκτήτης του κάμπινγκ μας το χάρισε.

Δύο νέες γυναίκες με ένα σκυλί, άσχετες τελείως.

Αγοράζουμε εισιτήρια για τη διαδρομή Κόρινθος-Αθήνα και δεν μπορούμε να μπούμε

στο τρένο. Το σκυλί πρέπει να φορά φίμωτρο, μας εξηγεί ο ελεγκτής κουνώντας χέρια και πόδια.

Κάνουμε το γύρο της πόλης με τα πόδια και δεν βρίσκουμε πουθενά φίμωτρο. Το βράδυ μπαίνουμε κρυφά στο τρένο. Τα κάναμε σαλάτα. (Ελληνική σαλάτα.  Χωριάτικη σαλάτα). Ο ελεγκτής είναι πολύ θυμωμένος και μας πετά στο βαγόνι με τις αποσκευές. Εδώ βρίσκουμε την ησυχία μας και προστασία από τους προστάτες που θέλουν να μας σπάσουν τα νεύρα.

Στην Αθήνα δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ηλεκτρικό, επειδή δεν έχουμε αυτό το ηλίθιο φίμωτρο που εξάλλου δεν υπάρχει πουθενά. Δεν πτοούμαστε όμως και δένουμε στο καημένο το σκυλί ένα φουλάρι γύρω από τη μουσούδα. Οι υπάλληλοι του ηλεκτρικού δεν το βρίσκουν καθόλου αστείο αυτό και μας διώχνουν. Η φίλη μου παίρνει τις αποσκευές και εγώ το σκύλο. Της επιτρέπουν να μπει και τη χαιρετώ με το φουλάρι. Νά‘ μαι λοιπόν με το σκυλί και ένα άσχημο προαίσθημα – ξέρω ότι είναι μακρυά μέχρι τον Πειραιά. Μόνο που δεν ξέρω προς ποια κατεύθυνση πρέπει να πάω. Ρωτάω έναν γέρο. Μου δείχνει έναν ατελείωτο, καυτό και σκονισμένο δρόμο. Ο αέρας τρεμοπαίζει και μέσα σε δύο λεπτά, ή και μόνο ένα, είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα και ο Κόρινθος λαχανιάζει. Διψάμε, ο μεσημεριανός ήλιος μας καεί τα κεφάλια, σε μένα τουλάχιστον. Μετά από δύο ώρες ποδαρόδρομο σ’αυτό τον γκρίζο, άχαρο, καυτό και θορυβώδη δρόμο, κάποιος μας λυπάται. Ένας ταξιτζής μας παίρνει μαζί του. Η διαδρομή διαρκεί τρία λεπτά και φτάνουμε. Τον ευχαριστώ, λεφτά δε θέλει να πάρει ο ταξιτζής, και ξεκινώ να βρω τη φίλη μου.

Το πρώτο μαγαζί που συναντώ πουλάει δερμάτινα είδη και έχει φίμωτρα σε όλα τα μεγέθη. Από τη μία ανακουφίζομαι, από την άλλη νοιώθω προδομένη. Αγοράζω κατευθείαν τρία κομμάτια. Η καλύτερα πέντε;

Τώρα βλέπω τη φίλη μου. Κάθεται δροσερή και χαρούμενη με μια κρύα κόκα κόλα και τρεις προστάτες στη σκιά. Εγώ πεθαίνω από τη δίψα και ο Κόρινθος μόλις βάλθηκε να πιει βρωμερό νερό από το χαντάκι μπροστά από το ιχθυοπωλείο. Τον τραβάω και σε ένα χαοτικό μπακάλικο του αγοράζω ένα φρίσμπι (πως το γράφουν αυτό;)  και ένα μπουκάλι νερό. Ο σκύλος ευγνώμων πίνει το νερό του από αυτό το ασυνήθιστο πιάτο.  Αδειάζει όλο το μπουκάλι.  Εγώ συνεχίζω να διψάω και η φίλη μου διασκεδάζει με τους προστάτες της. Γρήγορα αγοράζω άλλο ένα μπουκάλι μόνο για μένα. Ο Κόρινθος κάθεται με το πιάτο του στο στόμα και κουνάει την ουρά του.

Το καράβι για την Κρήτη αργεί, φεύγει το βράδυ . Μέχρι τότε μας κατακλύζουν προστάτες. Πληθαίνουν σε χρόνο μηδέν. Δεν έχουν άλλη δουλειά να κάνουν; Με πολύ ούζο στο στομάχι και στο κεφάλι μπαίνουμε στο καράβι. Όλοι φοβούνται τον Κόρινθο, επειδή με το φίμωτρό του μοιάζει με σκυλί δολοφόνο.

Κρυβόμαστε, δεν αντέχουμε άλλους προστάτες, βολευόμαστε σε μια άνετη γωνίτσα και τρώμε. Και ο Κόρινθος τρώει σάντουιτς. Ένας υπάλληλος του καραβιού μας βλέπει και διαμαρτύρεται επειδή το φίμωτρο δεν είναι στη θέση του. Θυμωμένη τον ρωτάω, πως υποτίθεται να τρώει το σκυλί, παρακαλώ; Παρακαλώ; Ο υπάλληλος δεν έχει καμία κατανόηση. Σκυλιά χωρίς φίμωτρο πρέπει να ταξιδεύουν στο μηχανοστάσιο. Είναι επικίνδυνα και επιθετικά. Έτσι σκέφτονται στην Ελλάδα.  Ελληνικά.  Τώρα όμως φοβάμαι.  Θα επιζήσει το σκυλί μια νύχτα στο μηχανοστάσιο;

Ευτυχώς, ζει. Δεν ξαναμπαίνω σε καράβι, σκέφτομαι. Το Ηράκλειο είναι τεράστιο, φαίνεται να υπάρχουν μόνο αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Αν κοιτάξεις καλύτερα όμως, υπάρχουν και προστάτες, και μάλιστα παρά πολλοί. Η φίλη μου και εγώ σχεδόν πανικοβαλλόμαστε. Ακόμα να συνέλθουμε από τους προστάτες της Αθήνας. Και τι κάνουμε τώρα; Η σωτηρία μας, ένα ταξί. Ο ταξιτζής έχει άλλη άποψη. No dogs, λέει, και φεύγει.  Σκατά. Όλοι θέλουν να μας βοηθήσουν. Ξεφεύγουμε με το επόμενο λεωφορείο που έρχεται, παρόλο που δεν έχουμε ιδέα που πάει.

Μετά από μια μεγάλη και απολαυστική διαδρομή φτάνουμε στην νότια ακτή. Σε ένα μικρό χωριό με όμορφη παραλία. Ευτυχισμένες βολευόμαστε και απολαμβάνουμε ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Για το αγαπημένο μας σκύλο βρίσκουμε για σκυλόσπιτο ένα παλιό ξύλινο κουτί.  Με ένα κομμάτι κάρβουνο γράφουμε πάνω: Ξενοδοχείο Κόρινθος. Οι μέρες μας ξεκινούν με πολλούς μεγάλους καφέδες και ακολουθεί εξερεύνηση βυθού με μάσκες και αναπνευστήρα. Οι βραδιές και νύχτες είναι ζεστές και γεμάτες και μας αρέσουν ιδιαίτερα. Πάντα υπάρχει κίνηση και κάθε μέρα γνωρίζουμε και άλλους προστάτες. Ο Κόρινθος είναι χαρούμενος και στρογγυλεύει.

Και σήμερα η αλλαγή κάθεται στο λεωφορείο. Ξεκίνησαν οι διακοπές του φίλου της φίλης μου ο οποίος και καταφτάνει. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Και ένας ξένος νεαρός που βγαίνει από το λεωφορείο φιλάει και αυτός τη φίλη μου. Εμένα δεν με αντιλαμβάνεται κανείς. Κάθομαι εκεί και ξεχνώ τον καφέ μου. Δεν τα αντέχω όλα αυτά και πάω βόλτα τον Κόρινθο. Όταν γυρίζω μετά από τρεις ώρες ο ξένος νεαρός διαβάζει στη φίλη μου κάτι ερωτικά ποιήματα που έγραψε ο ίδιος.  Ο φίλος της κοκκινίζει ολόκληρος. Κάθονται οι τρεις μαζί στη σκιά ενός εστιατορίου. Εμένα και τώρα δεν με βλέπει κανείς. Η φίλη μου ακτινοβολεί από ευτυχία και εγώ νοιώθω χάλια. Τη ρωτάω, αν θα έρθει μαζί μου για κολύμπι. Αλλά αυτή θέλει να ακούσει και άλλα ερωτικά ποιήματα.

Περνώ το υπόλοιπο της ημέρας με τον Κόρινθο. Οι προστάτες φαίνεται να έχουν άδεια σήμερα.

Το βράδυ η πείνα με οδηγεί στους άλλους. Κάθονται ακόμα στο ίδιο εστιατόριο και η φίλη μου είναι κατενθουσιασμένη με τα ποιήματα. Τους ρωτάω αν πεινάνε και αργούν πολύ να αντιδράσουν. Ο φίλος δε θέλει να πάει στο κέντρο. Έχει πολύ θόρυβο εκεί, λέει. Οπότε μένουμε στο εστιατόριο. Εκτός από μας δεν υπάρχει κανείς. Τόσο βαρετό. Εδώ δεν με βρίσκει ούτε ένας προστάτης.

Ο άγνωστος νεαρός τελικά είναι ποιητής. Δεν μπορεί να φάει τίποτα και όλο διαβάζει καινούρια ποιήματα στη φίλη μου.  Στο φίλο της δεν αρέσει τίποτα. Το ελληνικό φαγητό δεν το αγγίζει και στις εννιά η ώρα θέλει να πάει για ύπνο. Φυσικά η φίλη μου πρέπει να πάει μαζί του. Εγώ ξαπλώνω στην άμμο και κοιτάω τα αστέρια, έχω όσο χρόνο θέλω. Αργότερα με ξυπνάει η φίλη μου και πάμε μαζί στο κέντρο για ένα ούζο. Το καλύτερο, με μεζέδες και ψητό χταπόδι. Διασκεδάζουμε και οι προστάτες έχουν την τιμητική τους.

Ξαφνικά εμφανίζεται ο φίλος. Θυμωμένος. Και βρίσκει το χταπόδι μας απαίσιο, μόνο και μόνο να το κοιτάς, και πιάνει τη φίλη μου από το χέρι και την τραβάει από το τραπέζι. Στις εννιά η ώρα ο κόσμος πάει για ύπνο και τώρα είναι τρεις το πρωί, λέει. Νά‘ μαι πάλι μόνη μου με το χταπόδι και το ποτήρι του ούζου έχει αδειάσει. Ακόμα και οι προστάτες δεν ξέρουν τι να κάνουν. Πάω για ύπνο και ο μόνος φίλος που έχω η καημένη είναι ο ουρανός με τ’άστρα.  Στις εφτά η ώρα το πρωί έρχεται ο φίλος και τραβάει τον υπνόσακο της φίλης μου. Αυτή όμως είναι ακόμα πολύ κουρασμένη και δεν θέλει να σηκωθεί. Αυτός όμως τίποτα. Πρέπει να σηκωθεί για πρωινή γυμναστική και ένα μεγάλο περίπατο μαζί του.

Ο Κόρινθος και εγώ περνάμε τις μέρες μαζί. Παρ΄όλες τις πολλές βόλτες χοντραίνει όλο και περισσότερα. Τη φίλη μου μπορώ να την ξεχάσω. Πρέπει να ακολουθήσει το πρόγραμμα του φίλου της και να ακούει τα ερωτικά ποιήματα του ξένου νεαρού. Τέλος οι νύχτες διασκέδασης. Όλα πάνε βάσει σχεδίου. Φαγητό βάσει σχεδίου. Μπάνιο και ύπνος βάσει σχεδίου. Το Σάββατο μένουμε ξύπνιοι μέχρι τις δέκα.

Ο Κόρινθος και εγώ γίναμε κολλητοί φίλοι.  Και αυτός πάχυνε. Είναι πραγματικά ολοστρόγγυλος. Κάθε μέρα ξεφεύγει και θέλει να κρυφτεί σε μια αποθήκη. Αλλά η ιδιοκτήτρια δεν τον θέλει και τον διώχνει με τη σκούπα. Τότε ξαπλώνει ανάσκελα στην καυτή άμμο και λαχανιάζει. Η κοιλιά του έχει στρογγυλέψει κι‘ άλλο. Ο καινούριος μου προστάτης λέει, ο Κόρινθος θα γεννήσει. Τι, αποκλείεται, λέω εγώ. Κι‘ όμως. Ο Κόρινθος είναι θηλυκό, έγκυος και εντελώς αγχωμένη. Ο καινούριος προστάτης παίρνει μια ένεση από ένα γιατρό που θα βοηθήσει τον Κόρινθο (την Κορίνθη) να γεννήσει. Η φίλη μου ακόμα ακούει ερωτικά ποιήματα. Μετά την ένεση η σκυλίτσα χαλαρώνει και γεννάει. Τα κουτάβια είναι παρά πολλά. Δεκατρία, για την ακρίβεια. Δύο θηλυκά και ένδεκα αρσενικά, ένα από τα θηλυκά είναι αδύναμο, μικρό και λεπτοκαμωμένο και δεν ζει πολύ. Μόνο μερικά λεπτά. Και εγώ κάθομαι με ένα νεκρό κουτάβι στα χέρια, η σκυλίτσα μας με τα πολλά κουτάβια κάθεται δίπλα μου και κλαίω. Και, ω θαύμα, η φίλη μου μ‘ ακούει. Ξυπνάει από το ερωτικό της όνειρο και έρχεται, μαζί με τον φίλο της και τον ξένο νεαρό ερωτικό ποιητή. Ακόμα και αυτός μένει σιωπηλός για λίγο.

Ο φίλος αντιδράει πολύ γρήγορα. Και εγώ. Καταφέρνω να σώσω ένα παχύ αρσενικό και το θηλυκό. Τα άλλα κουτάβια σύντομα καταλήγουν θαμμένα στην κρητική άμμο. Σκοτωμένα με μια κρητική πέτρα από το χέρι του φίλου της φίλης μου. Εγώ χύνω ποτάμια δάκρυα. Φεύγω τρέχοντας με τα σκυλιά να τα σώσω. Όταν επιστρέφω είναι όλα όπως ήταν. Ερωτικά ποιήματα και τα λοιπά. Πάω στο κέντρο και αγοράζω ένα μεγάλο κόκκαλο για τη σκυλίτσα μας. Αρχίζουν ωραίες μέρες, τα κουτάβια τα έχω πάντα μαζί μου. Και βγαίνω πλέον μόνο με πολύ ευγενικούς προστάτες. Το ερωτικό παραλήρημα της φίλης μου και όλα τα συναφή δεν με ενοχλούν πλέον ιδιαίτερα. Ο φίλος της φίλης μου όμως έχει φτάσει στα όρια. Επιμένει ότι η Ελλάδα κάνει κακό στη φίλη μου και θέλει να την σώσει αμέσως βγάζοντάς την απ‘ αυτή τη χώρα. Ήδη τους παρακολουθώ που φεύγουν και ο άγνωστος νεαρός τους φωνάζει από πίσω τα τελευταία ποιήματα.  Εγώ στέκομαι και κοιτάω το λεωφορείο που φεύγει και γρήγορα εξαφανίζεται σε ένα σύννεφο σκόνης.

Μόλις μεγαλώσουν λίγο τα κουτάβια παίρνω το καράβι για την Αθήνα. Το βράδυ φτάνω και ψάχνω για ξενοδοχείο. Μετά από δυο ώρες ποδαρόδρομο με σκυλιά και αποσκευές κάθομαι κουρασμένη στην άκρη του δρόμου. Βαρέθηκα να ακούω no dogs. Ένας νεαρός προστάτης με λυπάται και με συνοδεύει στο πλησιέστερο ξενοδοχείο. Μιλάει μεγαλόφωνα και για πολλή ώρα με τον ιδιοκτήτη. Εγώ καταλαβαίνω μόνο „κορίτσι“ και „σκύλος“. Το κορίτσι και τα σκυλιά καταφέρνουν και παίρνουν δωμάτιο. Ξημερώνει η επόμενη μέρα και εγώ πρέπει να βρω κτηνίατρο. Το εικοστό τρίτο ταξί με παίρνει και καταλήγω στο χώρο αναμονής ενός κτηνιατρείου. Ακόμα και μια μαϊμού υπάρχει εκεί. Ο

κτηνίατρος κάνει τις απαραίτητες ενέσεις, εμβόλια, να μπορέσω να περάσω τα σκυλιά από τα σύνορα. Γράφει μια διεύθυνση σε ένα χαρτάκι και μου εύχεται καλό ταξίδι. Τα δύο κουτάβια είναι εντάξει και χωρίς ενέσεις, προσθέτει. Και ότι πρέπει να πάω σ‘ αυτή τη διεύθυνση, λέει. Και άλλη μια φορά κάθομαι κλαίγοντας στην άκρη του δρόμου. Δεν μπορώ να βρω το σπίτι, η διεύθυνση που μου έγραψε ο κτηνίατρος έχει λάθος αριθμό. Τουλάχιστον ο δρόμος είναι ο σωστός. Με όλη τη στενοχώρια και τα δάκρυα δεν αντιλαμβάνομαι καν τον προστάτη που εμφανίστηκε και θέλω μόνο να πάω σπίτι μου στη μαμά μου, αυτός όμως διαβάζει το χαρτάκι, που από τα δάκρυά μου έχει σχεδόν σβηστεί, και μου δείχνει το σωστό σπίτι, για να τελειώσω τις δουλειές μου. Ο ευγενικός χοντρός άντρας που κάθεται πίσω από το γραφείο σφραγίζει ένα έγγραφο και θέλω να πληρώσω. Greek Service, λέει, και γελάει δυνατά. Μπορούμε να φύγουμε. Κουρασμένοι, βρώμικοι και γεμάτοι ιστορίες μπαίνουμε στο τρένο. Μας περιμένει μεγάλη διαδρομή και επιτέλους στο Μπρίντισι, όπου μπορεί να βγάλει το φίμωτρο, „ο Κόρινθος“ ξαναγίνεται ο χαρούμενος εαυτός „του“.

Ευχαριστώ.

Έτσι ήτανε.

Αμήν.

Recommended Posts

Leave a Comment

Kontakt per Email

Ich freue mich über deine Kontaktaufnahme!

Not readable? Change text. captcha txt