Das Messer auf griechisch

Το μαχαίρι

Στα νιάτα μου είχα ένα φίλο στην Αθήνα.

Ήθελε να μου παίξει στο πικάπ του το μαχαίρι, το αγαπημένο του τραγούδι. Δυστυχώς η βελόνα ήταν χαλασμένη. Κανένα πρόβλημα, είπε ο φίλους μου, έχω ένα φίλο, που έχει μια βελόνα για πικάπ.

Αμέσως τηλεφώνησε σ’αυτό το φίλο, για να τον ρωτήσει για τη βελόνα. Ήταν στο σπίτι και είπε, κανένα πρόβλημα, να έρθουμε να πάρουμε τη βελόνα.

Μια και έμενε μακριά σε άλλο μέρος της πόλης αναγκαστικά παρακαλέσαμε έναν άλλο φίλο να μας πάει εκεί με το αμάξι του.

Κανένα πρόβλημα, είπε εκείνος, έρχομαι αμέσως.

Αυτό πήρε αρκετό χρόνο. Ο φίλος είχε δανείσει το αμάξι του σε ένα φίλο και τον περίμενε. Πίναμε καφέ, φίλοι έρχονταν και έφευγαν.

Κέντρο διερχομένων το σπίτι. Όλοι είχαν πολλά να πουν. Όταν διαπίστωναν ότι εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα, έλεγαν συνεχώς, κανένα πρόβλημα, κανένα πρόβλημα.

Εγώ σκεφτόμουν το μαχαίρι.

Επιτέλους ήρθε ο φίλος με το αυτοκίνητο. Ξεκινήσαμε. Μέσα στο αυτοκίνητο επικρατούσε ένας συνωστισμός  φίλων που μιλούσαν συνεχώς όλοι μαζί. Εγώ καθόμουν στριμωγμένη μέσα σ’αυτο το ολοκαίνουριο αμάξι. Πρώτα περάσαμε από πλυντήριο αυτοκινήτων. Ο φίλος φοβόταν πολύ μήπως το καινούριο αμάξι χαλάσει ή, ακόμα χειρότερα, λερωθεί. Το αμάξι πλύθηκε και γυαλίστηκε. Αυτό  πήρε ώρα, το μαχαίρι έπρεπε να περιμένει.

Σε ρυθμό χελώνας ο φίλος συνέχιζε τη πορεία του. Όλοι τριγύρω κόρναραν και έβριζαν.  Επιτέλους καταλάβαινα και εγώ κάτι.

Μέσα στο αμάξι ησυχία δεν υπήρχε. Όλο και κάποιος φίλος κατέβαινε σε κάποια γωνία και έτσι κατάφερα να ελευθερωθώ από την στριμωγμένη μου θέση.

Ο φίλος με κοίταξε από την άνετη θέση του συνοδηγού και  χαμογέλασε. Κανένα πρόβλημα, είπα. Αλλά μόλις πήγε να ανάψει τσιγάρο, ο φίλος του πάτησε το φρένο με όλη του τη δύναμη και άρχισε να βρίζει σαν τρελός.

Ο φίλος μου είπε, κανένα πρόβλημα, και πέταξε το αναμμένο τσιγάρο από το παράθυρο.

Επιτέλους, μετά από μια ατελείωτη διαδρομή σε ρυθμό χελώνας, φτάσαμε στο φίλο με τη βελόνα για το πικάπ. Τώρα πλέον κοντεύαμε.

Ο φίλος στεκόταν μπροστά από την εξώπορτά του και έψαχνε κάτι. Δεν μπορούσαμε να μπούμε μέσα στο σπίτι του επειδή είχε χάσει το κλειδί του. Πήγαμε λοιπόν όλοι στο καφενείο, γιατί ο φίλος υποπτευόταν πως είχε χάσει το κλειδί του εκεί. Αυτό όμως αποδείχτηκε λάθος. Κανένα πρόβλημα, είπε. Και ξεκινήσαμε να δανειστούμε από όλους τους φίλους, που κανείς τους δεν είχε πολλά χρήματα, μερικές δραχμές να φτιάξουμε καινούριο κλειδί.

Τελικά, μετά από ένα ατελείωτο ταξίδι, είχαμε μαζέψει αρκετές δραχμές.

Με το πεντακάθαρο γυαλισμένο αυτοκίνητο ξεκινήσαμε για το κλειδαράδικο. Και στο δρόμο παραδώσαμε διάφορα σε κάποιους φίλους και παραλάβαμε άλλα από κάποιους φίλους για να τα παραδώσουμε στη συνέχεια σε άλλους φίλους.  Αυτό πήρε χρόνο και πίναμε τόνους καφέ. Και έγιναν συζητήσεις, πολλές συζητήσεις. Καμιά φορά μίλαγαν όλοι μαζί και πολύ δυνατά. Τσακώνονται, σκέφτηκα. Κανένα πρόβλημα, μου είπαν.

Οι ώρες περνούσαν και εγώ σκεφτόμουν το μαχαίρι.

Ξαφνικά ένοιωθα φρικτά άβολα.  Μπορεί να έφταιγε ο πολύς καφές. Αυτοί οι τύποι με το μπλα μπλα τους με εκνεύριζαν.

Κάποια στιγμή φτάσαμε στο κλειδαράδικο.  Ο ιδιοκτήτης είπε, κανένα πρόβλημα, αύριο, είπε.

Ο φίλος μου είπε, κανένα πρόβλημα.  Ας πάμε για καφέ.

Από το πολύ καφέ με έπιασε κατούρημα.

Με καμάρι ρώτησα τον καφετζή σε άπταιστα ελληνικά, χωρίς ξένη προφορά, που είναι η τουαλέτα, παρακαλώ.

Απάντησε, εγώ δεν κατάλαβα λέξη και πήρα λάθος κατεύθυνση.

Τουλάχιστον κινήθηκα λίγο, σχεδόν καταλάβαινα πως μεγάλωναν αυτά τα εξογκωματάκια της κυτταρίτιδας στον πισινό, που δύσκολα τα ξεφορτώνεται κανείς και που αποκτιούνται μόνο στην Αθήνα.  Η νόσος των καφενείων.

Ο φίλος με το αυτοκίνητο έπρεπε να πάει σε ένα γάμο. Πηγαίναμε με ρυθμό χελώνας στην εθνική οδό προς  το Βορρά. Σε κάθε πλυντήριο πλέναμε το αυτοκίνητο και ο φίλος μου έβρισκε ευκαιρία να κάνει μερικά τσιγάρα.

Κοίτα, το ολυμπιακό στάδιο, είπε ο φίλος μου.  Ω, τι συναρπαστικό, σκεφτόμουν εγώ.

Ο γάμος ήταν ωραίος, διήρκησε πολύ και εγώ ήμουν χάλια. Όλοι με φίλησαν και με ανάγκαζαν να τρώω, και ας ήμουν ήδη έτοιμη να εκραγώ.

Και εγώ συνέχιζα να χαμογελάω και έλεγα, κανένα πρόβλημα, εάν καμιά φορά πάταγα ξένα δάκτυλα στο χορό.

Στο γυρισμό κοιμόμουν και έχασα το ολυμπιακό στάδιο.

Με φρεσκοπλυμένο αυτοκίνητο επισκεφτήκαμε το φίλο με τη βελόνα.  Είχε αποκτήσει καινούριο κλειδί.  Επιτέλους, σκεφτόμουν εγώ.

Είχαμε τη βελόνα.  Επιτέλους, το μαχαίρι.  Έμενε μόνο να πάρουμε στο θείο λίγο πιο πέρα το κατάλληλο εργαλείο.  Εκείνος ήθελε να μάθει τα πάντα και έφτιαξε μπόλικο καφέ.

Η βελόνα ήταν η σωστή. Δυστυχώς όμως εν το μεταξύ το μαχαίρι είχε λιώσει στον ελληνικό ήλιο που έμπαινε χωρίς οίκτο από το παράθυρο.

Κανένα πρόβλημα, είπε ο φίλος.  Έχω ένα φίλο, που έχει το μαχαίρι.

Θέλω αμέσως να γυρίσω σπίτι μου, είπα εγώ.

Στο αεροδρόμιο ένας νεαρός ήθελε ντε και καλά να μου πουλήσει ένα μπλουζάκι που έγραφε: NO PROBLEM.

Και αρνιόταν πεισματικά να καταλάβει, γιατί εγώ δεν το ήθελα.

Recommended Posts

Leave a Comment